στυγνός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική στυγνός στυγνή στυγνό
γενική στυγνού στυγνής στυγνού
αιτιατική στυγνό στυγνή στυγνό
κλητική στυγνέ στυγνή στυγνό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική στυγνοί στυγνές στυγνά
γενική στυγνών στυγνών στυγνών
αιτιατική στυγνούς στυγνές στυγνά
κλητική στυγνοί στυγνές στυγνά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στυγνός < αρχαία ελληνική στυγνός < στυγῶ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /sti.ˈɣnɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /sti.ˈɣni/ θηλυκό
ΔΦΑ : /sti.ˈɣnɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

στυγνός

ο στυγνός προϊστάμενος
  • 2. εκείνος που δεν νιώθει ή δεν έχει ευσπλαχνία, λύπηση, συμπόνια. Ο άκαρδος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

αλλά και

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]