συμβασιούχος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

συμβασιούχος < σύμβαση + -ούχος

Επίθετο[επεξεργασία]

συμβασιούχος


Μεταφράσεις[επεξεργασία]