συμφοιτητής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο συμφοιτητής οι συμφοιτητές
      γενική του συμφοιτητή των συμφοιτητών
    αιτιατική τον συμφοιτητή τους συμφοιτητές
     κλητική συμφοιτητή συμφοιτητές
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

συμφοιτητής < αρχαία ελληνική συμφοιτητής < συμφοιτάω / συμφοιτέω / συμφοιτῶ < φοιτάω / φοιτέω / φοιτῶ ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική condisciple)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /simfitiˈtis/
συλλαβισμός: συμ‐φοι‐τη‐τής

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συμφοιτητής αρσενικό (θηλυκό: συμφοιτήτρια)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]