συνοδία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική συνοδία συνοδία συνοδίαι
Γενική συνοδίας συνοδίαιν συνοδιῶν
Δοτική συνοδί συνοδίαιν συνοδίαις
Αιτιατική συνοδίαν συνοδία συνοδίας
Κλητική συνοδία συνοδία συνοδίαι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνοδία < σύνοδος < σύν + ὁδός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συνοδία θηλυκό

  1. συνοδοιπορία
  2. συντροφιά, συναναστροφή
  3. ομαδικό ταξίδι, καραβάνι
  4. οικογένεια