ταξιαρχία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ταξιαρχία ταξιαρχίες
γενική ταξιαρχίας ταξιαρχιών
αιτιατική ταξιαρχία ταξιαρχίες
κλητική ταξιαρχία ταξιαρχίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ταξιαρχία < τάξη (< τάξις) + άρχω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ταξιαρχία θηλυκό

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.


32πχ Μεταφράσεις[]