τζιμάνι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τζιμάνι τζιμάνια
γενική τζιμανιού τζιμανιών
αιτιατική τζιμάνι τζιμάνια
κλητική τζιμάνι τζιμάνια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τζιμάνι < τζιμάλι / τζεμάλι < τουρκική cemal (ομορφιά, κάλλος) < αραβική جمال (jamāl, ομορφιά) < جمل (jamula, ομορφαίνω) < ρίζα ج م ل‎ (j-m-l)

Σημειώσεις[επεξεργασία]

Είχε προταθεί και < αγγλική g-man (government man), άνθρωπος της κυβέρνησης (=ειδικός πράκτορας του FBI)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τζιμάνι ουδέτερο

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]