καπάτσος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο καπάτσος οι καπάτσοι
      γενική του καπάτσου των καπάτσων
    αιτιατική τον καπάτσο τους καπάτσους
     κλητική καπάτσε καπάτσοι
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καπάτσος < ιταλική capace < λατινική capax < capio < πρωτοϊταλικά *kapjō < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *kh₂pi- (=λαμβάνω, παίρνω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καπάτσος αρσενικό (θηλυκό: καπάτσα)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]