υπέρπυκνος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική υπέρπυκνος υπέρπυκνη υπέρπυκνο
γενική υπέρπυκνου υπέρπυκνης υπέρπυκνου
αιτιατική υπέρπυκνο υπέρπυκνη υπέρπυκνο
κλητική υπέρπυκνε υπέρπυκνη υπέρπυκνο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική υπέρπυκνοι υπέρπυκνες υπέρπυκνα
γενική υπέρπυκνων υπέρπυκνων υπέρπυκνων
αιτιατική υπέρπυκνους υπέρπυκνες υπέρπυκνα
κλητική υπέρπυκνοι υπέρπυκνες υπέρπυκνα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υπέρπυκνος < αρχαία ελληνική υπέρπυκνος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /piknɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

υπέρπυκνος, -η, -ο

  1. πολύ πυκνός στο βαθμό που δημιουργεί προβλήματα, περισσότερο πυκνός απ' όσο χρειάζεται ή πρέπει
  2. (επιστημονικός όρος) για πολύ πυκνό πεδίο ή μείγμα
  3. που έχει μεγάλη ποσότητα από κάτι σε περιορισμένο χώρο και συνήθως είναι πολύ κοντά το ένα στο άλλο
    Το δάσος αυτό είναι υπερπυκνό. (έχει πολλά δέντρα και το ένα πολύ κοντά στο άλλο)

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Μπορούμε να πούμε πολύ πυκνός όμως η φράση πολύ υπέρπυκνος είναι εσφαλμένη

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υπέρπυκνος < υπερ- + πυκνός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

υπέρπυκνος (αιολικός τύπος: υπερπύκνος)

  1. υπέρπυκνος