υπανάπτυκτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική υπανάπτυκτος υπανάπτυκτη υπανάπτυκτο
γενική υπανάπτυκτου υπανάπτυκτης υπανάπτυκτου
αιτιατική υπανάπτυκτο υπανάπτυκτη υπανάπτυκτο
κλητική υπανάπτυκτε υπανάπτυκτη υπανάπτυκτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική υπανάπτυκτοι υπανάπτυκτες υπανάπτυκτα
γενική υπανάπτυκτων υπανάπτυκτων υπανάπτυκτων
αιτιατική υπανάπτυκτους υπανάπτυκτες υπανάπτυκτα
κλητική υπανάπτυκτοι υπανάπτυκτες υπανάπτυκτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υπανάπτυκτος < υπό + αναπτύσσω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /i.pa.ˈna.pti.ktɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /i.pa.ˈna.pti.kti/ θηλυκό
ΔΦΑ : /i.pa.ˈna.pti.ktɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

υπανάπτυκτος, -η, -ο

  1. που έχει ελλιπή ανάπτυξη κι εξέλιξη
    υπανάπτυκτη βλάστηση / χώρα / περιοχή
  2. που έχει μειωμένη μόρφωση ή αγωγή

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]