φέρων

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φέρων < αρχαία ελληνική μετοχή ενεστώτα του ρήματος φέρω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

φέρων -ουσα -ον

  1. που έχει κάτι πάνω του ή το μεταφέρει
    ποσό 1000€ πληρωτέο στον φέροντα την παρούσα επιταγή
  2. που φέρει, κρατάει το βάρος, υποβαστάζει
    ο φέρων οργανισμός της οικοδομής

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]