φεμινίστρια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φεμινίστρια φεμινίστριες
γενική φεμινίστριας φεμινιστριών
αιτιατική φεμινίστρια φεμινίστριες
κλητική φεμινίστρια φεμινίστριες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φεμινίστρια < φεμινιστής + κατάληξη θηλυκού -ίστρια < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική féministe < λατινική femininus < femina < πρωτοϊταλικά *fēmanā < ινδοευρωπαϊκή *dʰeh₁-m̥h₁n-éh₂ < *dʰeh₁(y)- (γαλουχώ, θηλάζω, βυζαίνω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /fε.mi.ˈni.stɾi.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φεμινίστρια θηλυκό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]