φετιχισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φετιχισμός φετιχισμοί
γενική φετιχισμού φετιχισμών
αιτιατική φετιχισμό φετιχισμούς
κλητική φετιχισμέ φετιχισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φετιχισμός < γαλλική fétichisme < fétiche (προφορά: fe.tiʃ) < πορτογαλική feitiço < λατινική facticius < factus + -icius < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος facio < πρωτοϊταλικά *fakiō < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *dʰeh₁- ‎(θέτω, βάζω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /fε.ti.xi.ˈsmɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φετιχισμός αρσενικό

  1. (θρησκεία) η θρησκευτική λατρεία ή εκδήλωση που σχετίζεται με τα φετίχ
  2. (κατ’ επέκταση) η υπερβολική προσήλωση σε υλικά αντικείμενα και αγαθά τα οποία με αυτόν το τρόπο μετατρέπονται σε φετίχ
  3. (ψυχολογία) η σεξουαλική εμμονή με αντικείμενα που σχετίζονται με το ποθούμενο πρόσωπο ή χρησιμοποιούνται στην ερωτική πράξη

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]