φετιχισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο φετιχισμός οι φετιχισμοί
      γενική του φετιχισμού των φετιχισμών
    αιτιατική τον φετιχισμό τους φετιχισμούς
     κλητική φετιχισμέ φετιχισμοί
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φετιχισμός < γαλλική fétichisme < fétiche (φετίχ)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /fε.ti.xi.ˈsmɔs/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φετιχισμός αρσενικό

  1. (θρησκεία) η θρησκευτική λατρεία ή εκδήλωση που σχετίζεται με τα φετίχ
  2. (κατ' επέκταση) η υπερβολική προσήλωση σε υλικά αντικείμενα και αγαθά τα οποία με αυτόν το τρόπο μετατρέπονται σε φετίχ
  3. (ψυχολογία) η σεξουαλική εμμονή με αντικείμενα που σχετίζονται με το ποθούμενο πρόσωπο ή χρησιμοποιούνται στην ερωτική πράξη

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]