φλογμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φλογμός < φλέγμα < φλόξ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φλογμός αρσενικό

  1. φλόγα, πυρ
  2. λάμψη
  3. φλεγμονή, πυρετός