ωδείο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ωδείο τα ωδεία
      γενική του ωδείου των ωδείων
    αιτιατική το ωδείο τα ωδεία
     κλητική ωδείο ωδεία
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ωδείο < ὠδεῖον στην καθαρεύουσα < αρχαία ελληνική ᾠδεῖον < ωδή + -είο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ωδείο ουδέτερο

  1. σχολή όπου διδάσκεται η μουσική
    σπούδασε στο ωδείο Αθηνών
  2. στην αρχαιότητα, το κτήριο όπου γινόταν η προετοιμασία μουσικών ή θεατρικών παραστάσεων πριν την επίσημη παρουσίασή τους στο θέατρο

Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]