ἐπιρρεπής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ ἐπιρρεπής τὸ ἐπιρρεπές οἱ, αἱ ἐπιρρεπεῖς τὰ ἐπιρρεπ
Γενική τοῦ, τῆς ἐπιρρεποῦς τοῦ ἐπιρρεποῦς τῶν ἐπιρρεπῶν τῶν ἐπιρρεπῶν
Δοτική τῷ, τῇ ἐπιρρεπεῖ τῷ ἐπιρρεπεῖ τοῖς, ταῖς ἐπιρρεπέσι(ν) τοῖς ἐπιρρεπέσι(ν)
Αιτιατική τὸν, τὴν ἐπιρρεπ τὸ ἐπιρρεπές τοὺς, τὰς ἐπιρρεπεῖς τὰ ἐπιρρεπ
Κλητική ἐπιρρεπές ἐπιρρεπές ἐπιρρεπεῖς ἐπιρρεπ
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ἐπιρρεπεῖ
Γενική-Δοτική ἐπιρρεποῖν

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἐπιρρεπής < ἐπιρρέπω < ἐπί + ῥέπω

Επίθετο[επεξεργασία]

ἐπιρρεπής


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]