ἰχθύς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ΙΧΘΥΣ, ιχθύς, ἰχθῦς

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἰχθύς ἰχθύε ἰχθύες
Γενική ἰχθύος ἰχθύοιν ἰχθύων
Δοτική ἰχθύϊ ἰχθύοιν ἰχθύσι(ν)
Αιτιατική ἰχθύν ἰχθύε ἰχθῦς
Κλητική ἰχθύ ἰχθύε ἰχθύες

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἰχθύς < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dʰǵʰu- (ἰχθύς)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἰχθύς αρσενικό

  1. (ιχθυολογία) ιχθύς, ψάρι
  2. (μεταφορικά) ανόητος
  3. (πληθυντικός) ἰχθύες:
    1. ψαραγορά
    2. (αστερισμός) ο αστερισμός των ιχθύων

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Άλλες μορφές[επεξεργασία]