ὑπέγγυος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : υπέγγυος

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ ὑπέγγυος τὸ ὑπέγγυον οἱ, αἱ ὑπέγγυοι τὰ ὑπέγγυα
Γενική τοῦ, τῆς ὑπεγγύου τοῦ ὑπεγγύου τῶν ὑπεγγύων τῶν ὑπεγγύων
Δοτική τῷ, τῇ ὑπεγγύῳ τῷ ὑπεγγύῳ τοῖς, ταῖς ὑπεγγύοις τοῖς ὑπεγγύοις
Αιτιατική τὸν, τὴν ὑπέγγυον τὸ ὑπέγγυον τοὺς, τὰς ὑπεγγύους τὰ ὑπέγγυα
Κλητική ὑπέγγυε ὑπέγγυον ὑπέγγυοι ὑπέγγυα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ὑπεγγύω
Γενική-Δοτική ὑπεγγύοιν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ὑπέγγυος < ὑπο + ἔγγυος < ἐγγύη < ἐν + γυῖον < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gew- (χέρι)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ὑπέγγῠος

  1. που εγγυάται ότι λέει την αλήθεια
  2. (νομικός όρος) που λογοδοτεί
  3. (ελληνιστική κοινή) υποθηκευμένος
  4. (ελληνιστική κοινή) που υπόκειται σε νόμους, έννομος

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]