ὑπέγγυος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: υπέγγυος

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ ὑπέγγυος τὸ ὑπέγγυον οἱ, αἱ ὑπέγγυοι τὰ ὑπέγγυα
Γενική τοῦ, τῆς ὑπεγγύου τοῦ ὑπεγγύου τῶν ὑπεγγύων τῶν ὑπεγγύων
Δοτική τῷ, τῇ ὑπεγγύῳ τῷ ὑπεγγύῳ τοῖς, ταῖς ὑπεγγύοις τοῖς ὑπεγγύοις
Αιτιατική τὸν, τὴν ὑπέγγυον τὸ ὑπέγγυον τοὺς, τὰς ὑπεγγύους τὰ ὑπέγγυα
Κλητική ὑπέγγυε ὑπέγγυον ὑπέγγυοι ὑπέγγυα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ὑπεγγύω
Γενική-Δοτική ὑπεγγύοιν

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ὑπέγγυος < ὑπο + ἔγγυος < ἐγγύη < ἐν + γυῖον < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gew- (χέρι)

Επίθετο[επεξεργασία]

ὑπέγγῠος

  1. που εγγυάται ότι λέει την αλήθεια
  2. (νομική) που λογοδοτεί
  3. (ελληνιστική κοινή) υποθηκευμένος
  4. (ελληνιστική κοινή) που υπόκειται σε νόμους, έννομος

Πηγές[επεξεργασία]