ὑπόχρεως

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὑπόχρεως ὑπόχρεως ὑπόχρεων ὑπόχρεῳ ὑπόχρεῳ ὑπόχρεα
Γενική ὑπόχρεω ὑπόχρεω ὑπόχρεω ὑπόχρεων ὑπόχρεων ὑπόχρεων
Δοτική ὑπόχρεῳ ὑπόχρεῳ ὑπόχρεῳ ὑπόχρεῳς ὑπόχρεῳς ὑπόχρεῳς
Αιτιατική ὑπόχρεων ὑπόχρεων ὑπόχρεων ὑπόχρεως ὑπόχρεως ὑπόχρεα
Κλητική ὑπόχρεως ὑπόχρεως ὑπόχρεων ὑπόχρεῳ ὑπόχρεῳ ὑπόχρεα
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ὑπόχρεω ὑπόχρεω
Γενική-Δοτική ὑπόχρεῳν ὑπόχρεῳν

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ὑπόχρεως < ὑπό + χρέος / χρέως

Επίθετο[επεξεργασία]

ὑπόχρεως

  1. που χρωστά, χρεωμένος
  2. που αξαρτάται από κάποιον
  3. υποχρεωμένος
  4. δεσμευμένος, δεμένος

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]