couvert

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

couvert, μετοχή του couvrir

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ku.vɛʁ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
couvert couverts
le couvert est mis pour deux (1)

couvert αρσενικό

  1. το τραπεζομάντηλο με τις χαρτοπετσέτες, τα μαχαίρια, τα κουτάλια, κλπ., με τα οποία ετοιμάζουμε ένα τραπέζι για το γεύμα
    • mettre le couvert
    • ranger le couvert
    • ôter le couvert
  2. (ειδικότερα) πιάτο, χαρτοπετσέτα, κλπ., που δίνουμε σε κάθε ομοτράπεζο
    • donnez-moi mon couvert
    • une table de vingt-quatre couverts
    • avoir toujours son couvert mis dans une maison, chez quelqu’un, είμαι σίγουρος ότι θα με υποδεχτούν και θα με προσκαλέσουν σε τραπέζι σαν φίλο της οικογένειας
  3. θήκη με κουτάλι, πηρούνι και μαχαίρι
    • il emporte toujours son couvert à la campagne, en voyage
  4. ένα κουτάλι και ένα πηρούνι μαζί
    • une douzaine de couverts d’argent
    • couvert de vermeil
  5. η στέγη, το κατάλυμα. Με αυτή την έννοια, χρησιμοποιείται μόνο με το οριστικό άρθρο « le »
    • donner le couvert à quelqu’un
    • il n’y est pas nourri, il n’a que le couvert
    • il y a le vivre et le couvert
  6. σκιερός δεντροφυτεμένος τόπος
    • il y a un couvert dans ce jardin
    • mettons-nous sous ce couvert
  7. η εμφάνιση ή η διεύθυνση ενός δέματος
    • cela est arrivé franc de port sous le couvert du ministre
  8. (μεταφορικά) …
    • sous le couvert de, λαμβάνοντας την όψη, την εμφάνιση του/της
    • il accomplit toutes ces trahisons sous le couvert de l’amitié, sous le couvert de l’intérêt qu’il prétend nous porter
    • ces odieuses persécutions eurent lieu sous le couvert de la justice

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

à couvert de

  1. λέγεται για έναν τόπο όπου κάποιος μπορεί να προφυλαχτεί από βροχή, άνεμο ή οποιονδήποτε κίνδυνο
    • être à couvert de l’orage, de la pluie
    • il ne craint point le mauvais temps, il est à couvert
    • il s’est mis à couvert
    • être à couvert du danger, à couvert des obus
    • être à couvert d’un bois, d’un marais d’une rivière, etc. - προστατεύομαι χάρη σε ένα δάσος, ένα έλος, κλπ.
    • être à couvert de ses ennemis
    • être à couvert de la nécessité
    • mettre sa réputation à couvert de tout soupçon
    • son honneur est à couvert
  2. (οικονομία) …
    • être à couvert, έχω κάποια σίγουρη εγγύηση για ένα δάνειο που δίνω σε κάποιον

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

couvert (fr)

  1. μετοχή του ρήματος couvrir στο αρσενικό του ενικού


Flag of the Netherlands.svg Ολλανδικά (nl) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

couvert (nl) ή koevert (nl)

  1. το κουβέρ
  2. ο φάκελος

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]