Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

treat < αγγλονορμανδικό treter < αρχαίο γαλλικό tretier (σύγχρονο traiter) < λατινικό tractare ‘σύρω, καταφέρνω’ < trahere ‘τραβώ, σύρω’.


ΔΦΑ : /tri:t/
Audio (US) 


treat (en)

  1. (αμετάβατο) διαπραγματεύομαι (όρους συμφωνίας)
    We treated with Caesar for the surrender of the city.
  2. (μεταβατικό) αντιμετωπίζω ένα θέμα κατά ένα ορισμένο τρόπο
    The article treated feminism as a quintessentially modern movement.
  3. (αμετάβατο) διαπραγματεύομαι, αναπτύσσω ένα ζήτημα
    Cicero's writing treats mainly of old age and personal duty.
  4. (παρωχημένο) To entreat or beseech (someone).
    Only let my family live, I treat thee.
  5. (μεταβατικό) μεταχειρίζομαι, αντιμετωπίζω
    You treated me like a fool.
    She was tempted to treat the whole affair as a joke.
  6. (μεταβατικό) αντιμετωπίζω ιατρικά μια αρρώστια, νοσηλεύω, θεραπεύω
    They treated me for malaria.
  7. (μεταβατικό) αντιμετωπίζω κάτι, ενεργώ προσπαθώντας να πετύχω ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα
    The substance was treated with sulphuric acid.
    I treated the photo somewhat to make the colours more pronounced.
  8. (μεταβατικό) προσφέρω φαγητό ή ποτό, φιλοξενώ
    I treated my son to some popcorn in the interval.


treat (en)

  1. (παρωχημένο) διαπραγμάτευση
  2. (παρωχημένο) An entreaty.
  3. προσφορά ποτού, φαγητού, διασκέδασης
    I took the kids to the zoo for a treat.
  4. ένα απρόσμενο γεγονός ή δώρο που φέρνει χαρά
    It was such a treat to see her back in action on the London stage.