σταυρός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σταυρός | σταυροί |
| Γενική | σταυρού | σταυρών |
| Αιτιατική | σταυρό | σταυρούς |
| Κλητική | σταυρέ | σταυροί |
Ετυμολογία
- σταυρός < ἵστημι
Προφορά
Ουσιαστικό
σταυρός αρσενικό
- γεωμετρικό σχήμα αποτελούμενο στην πιο απλή του μορφή από δύο ευθύγραμμα τμήματα τεμνόμενα σε γωνία 90 μοιρών
- όργανο εκτέλεσης κατά την αρχαιότητα
- θρησκευτικό σύμβολο
- ο Σταυρός του Ιησού Χριστού
- μουσικό σύμβολο στη βυζαντινή σημειογραφία
- διακριτικό προτίμησης για επιλογή μεταξύ υποψηφίων ενός συνδυασμού κατά την εκλογική διαδικασία
- εργαλεία και αντικείμενα
- εργαλείο σχήματος σταυρού το οποίο χρησιμοποιείται για το ξεβίδωμα των μπουλονιών που συγκρατούν τους τροχούς των αυτοκινήτων
- ηλεκτρολογικό εξάρτημα που επιτρέπει την τροφοδοσία περισσότερων συσκευών από την ίδια ηλεκτρική παροχή (πρίζα)
- πλαστικό εργαλείο μίας χρήσης, που χρησιμοποιείται κατά την τοποθέτηση κεραμικών πλακιδίων για να καθοριστεί το μέγεθος του αρμού μεταξύ τους, διαθέσιμο σε 2,3,4,5, και 10 χιλιοστά
Εκφράσεις
- με το σταυρό στο χέρι : με εντιμότητα, τίμια
- κάνω το σταυρό μου : σταυροκοπιέμαι
- σταυρός του Αϊνστάιν: παράδειγμα της επενέργειας βαρυτικού φακού
Συγγενικές λέξεις
Σύνθετα
Δείτε επίσης
- Σταυρός του Νότου
- Ερυθρός Σταυρός
- Σταυρός (αποσαφήνιση) στη Βικιπαίδεια
Μεταφράσεις
σταυρός