Βουδαπέστη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική η Βουδαπέστη
      γενική της Βουδαπέστης
    αιτιατική τη Βουδαπέστη
     κλητική Βουδαπέστη
όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Βουδαπέστη < ουγγρική Budapest + < ένωση πόλεων Buda (Βούδα) + Pest (Πέστη) [1]

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Βουδαπέστη θηλυκό

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Β΄ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.