Γεννάδιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Γεννάδειος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Γεννάδιος οι Γεννάδιοι
      γενική του Γεννάδιου
Γενναδίου
των Γεννάδιων
Γενναδίων
    αιτιατική τον Γεννάδιο τους Γεννάδιους
Γενναδίους
     κλητική Γεννάδιε Γεννάδιοι
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Ονοματεπώνυμα - Κατηγορία όπως «Μάντζαρος - καρδινάλιος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Γεννάδιος < μεσαιωνική ελληνική Γεννάδιος < αρχαία ελληνική γεννάδας (γενναιόδωρος) < γεννάω[1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ʝeˈna.ði.os/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Γεν‐νά‐δι‐ος

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Γεννάδιος αρσενικό

  1. ανδρικό όνομα
  2. ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Γενναδίου ή Γεννάδιου)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταγραφές[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Β΄ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.  (Α΄ έκδοση: 1998)