Δαρείος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Δαρείος οι Δαρείοι
      γενική του Δαρείου των Δαρείων
    αιτιατική τον Δαρείο τους Δαρείους
     κλητική Δαρείε Δαρείοι
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Δαρείος < αρχαία ελληνική Δαρεῖος < αρχαία περσική 𐎭𐎠𐎼𐎹𐎢𐏁 ‎(Dārayauš) < 𐎭𐎠𐎼𐎹𐎺𐎢𐏁 ‎(Dārayava(h)uš)

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Δαρείος αρσενικό

  1. (ιστορία) αρχαίο περσικό ανδρικό όνομα, το οποίο έφεραν τρεις βασιλείς της δυναστείας των Αχαιμενιδών
  2. ανδρικό όνομα

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]