Πεκίνο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική το Πεκίνο
      γενική του Πεκίνου
    αιτιατική το Πεκίνο
     κλητική Πεκίνο
όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Πεκίνο < γαλλική Pékin < κινεζική 北京 (βόρεια πρωτεύουσα)

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Πεκίνο ουδέτερο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]