άβροχος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική άβροχος άβροχη άβροχο
γενική άβροχου άβροχης άβροχου
αιτιατική άβροχο άβροχη άβροχο
κλητική άβροχε άβροχη άβροχο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική άβροχοι άβροχες άβροχα
γενική άβροχων άβροχων άβροχων
αιτιατική άβροχους άβροχες άβροχα
κλητική άβροχοι άβροχες άβροχα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άβροχος < α- στερητικό + βροχή

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

άβροχος, -η, -ο

  1. που δεν έχει δεχτεί βροχή
    άβροχο χωράφι
  2. που δεν έχει φέρει βροχή
    με άβροχο Φλεβάρη, λιγοστό το στάρι
  3. (μεταφορικά) που δεν έχει κοπιάσει, άκοπα, χωρίς δυσχέρεια

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]