αγανάκτηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αγανάκτηση αγανακτήσεις
γενική αγανάκτησης
& αγανακτήσεως
αγανακτήσεων
αιτιατική αγανάκτηση αγανακτήσεις
κλητική αγανάκτηση αγανακτήσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγανάκτηση < αρχαία ελληνική ἀγανάκτησις < ρήμα ἀγανακτῶ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ɣa.ˈna.kti.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αγανάκτηση θηλυκό και αγανάχτηση

εκφράζω την αγανάκτησή μου
προκαλώ την αγανάκτηση κάποιου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • (νομικός όρος) η αγανάκτηση, σύμφωνα με υφιστάμενη σχετική νομοθεσία, φέρεται δικαιολογημένη σε περιπτώσεις σωματικής βλάβης και εξύβρισης.

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]