αγανάκτηση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αγανάκτηση αγανακτήσεις
γενική αγανάκτησης
& αγανακτήσεως
αγανακτήσεων
αιτιατική αγανάκτηση αγανακτήσεις
κλητική αγανάκτηση αγανακτήσεις


Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ɣa.ˈna.kti.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αγανάκτηση θηλυκό και αγανάχτηση

εκφράζω την αγανάκτησή μου
προκαλώ την αγανάκτηση κάποιου

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • (νομικός όρος) η αγανάκτηση, σύμφωνα με υφιστάμενη σχετική νομοθεσία, φέρεται δικαιολογημένη σε περιπτώσεις σωματικής βλάβης και εξύβρισης.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]