αγιασμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αγιασμός αγιασμοί
γενική αγιασμού αγιασμών
αιτιατική αγιασμό αγιασμούς
κλητική αγιασμέ αγιασμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγιασμός < ελληνιστική κοινή ἁγιασμός < ἅγιος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ʝa.ˈzmɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αγιασμός αρσενικό

  1. η τελετή κατά την οποία αγιάζεται το νερό την ημέρα των Θεοφανίων ή κατά την έναρξη μιας περιόδου (σχολική χρονιά, κοινοβουλευτική περίοδος) ή στα εγκαίνια μιας οικοδομής, καταστήματος κλπ
  2. η τελετή αγιασμού, δηλαδή μετατροπής ενός αντικειμένου ή προσώπου σε κάτι το όσιο, η αγιοποίηση, ο καθαγιασμός
  3. το νερό που αγιάστηκε και με το οποίο ραντίζονται πιστοί και αντικείμενα
  4. το ράντισμα με αγίασμα

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]