αναβαλλόμενος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αναβαλλόμενος <
  1. μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αναβάλλω
  2. μεταγενέστερη ελληνική ἀναβαλλόμενος < από την έκφραση "ἀκούω (ή ψέλνω) τὸν ἀναβαλλόμενο" < από τη μη σημασιολογικά συγγενή λέξη "ἀναβαλλόμενος" που υπάρχει στην αρχή του εκτεταμένου ψαλμού 103 « Τῷ Δαυῒδ » (εξ αιτίας της μεγάλης χρονικής διάρκειας του ψαλμού).
    Εὐλόγει, ἡ ψυχή μου, τὸν Κύριον. Κύριε ὁ Θεός μου, ἐμεγαλύνθης σφόδρα, ἐξομολόγησιν καὶ μεγαλοπρέπειαν ἐνεδύσω ἀναβαλλόμενος φῶς ὡς ἱμάτιον...

Open book 01.svg Μετοχή[]

αναβαλλόμενος

  1. (σπάνιο) που αναβάλλεται συνέχεια

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αναβαλλόμενος αρσενικό

  1. επίπληξη

Εκφράσεις[]

του ψέλνει τον αναβαλλόμενο : τον επιπλήττει αυστηρά για πολλή ώρα

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]