ανασφαλής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ανασφαλής ανασφαλής ανασφαλές
γενική ανασφαλούς ανασφαλούς ανασφαλούς
αιτιατική ανασφαλή ανασφαλή ανασφαλές
κλητική ανασφαλή(ς) ανασφαλής ανασφαλές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανασφαλείς ανασφαλείς ανασφαλή
γενική ανασφαλών ανασφαλών ανασφαλών
αιτιατική ανασφαλείς ανασφαλείς ανασφαλή
κλητική ανασφαλείς ανασφαλείς ανασφαλή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανασφαλής < λόγια λέξη από το στερητικό α και τη λέξη ασφάλεια

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ανασφαλής

  1. που δεν έχει σιγουριά, αισθάνεται εύκολα απειλή ή και φόβο (για άνθρωπο)
    Είναι ανασφαλής και δεν διεκδικεί ποτέ αύξηση ή έστω λίγες μέρες αδείας παραπάνω, αφού σκοτώνεται στη δουλειά
  2. που δεν εμπνέει τη σιγουριά και ίσως είναι επικίνδυνο, που δεν είναι απόλυτα ασφαλές (χρησιμοποιειτασι σπάνια, γιατί για αφηρημένα ουσιαστικά και γενικά για μη έλλογα πλάσματα, προτιμάται η φράση δεν είναι ασφαλές -το ανασφαλές περιορίζεται κατά κανόνα ως επιθετικός χαρακτηρισμός σε ανθρώπους και ζώα)
  3. που προκαλεί μια ενέργεια ή ένα συναίσθημα από ανασφάλεια
    η ανασφαλής προσκόλληση του βρέφους ή και του ενήλικα, διαφέρει από άλλους τύπους προσκόλλησης (για να αποδοθεί ο ψυχολογικός όρος insecure attachment που αποδίδεται στα ελληνικά σωστότερα προσκόλληση από ανασφάλεια)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

  • επισφαλής (π.χ. για επενδύσεις που ενέχουν κινδύνους ή για επικίνδυνη σκάλα κ.λπ.)

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]