ανθόσπαρτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ανθόσπαρτος ανθόσπαρτη ανθόσπαρτο
γενική ανθόσπαρτου ανθόσπαρτης ανθόσπαρτου
αιτιατική ανθόσπαρτο ανθόσπαρτη ανθόσπαρτο
κλητική ανθόσπαρτε ανθόσπαρτη ανθόσπαρτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανθόσπαρτοι ανθόσπαρτες ανθόσπαρτα
γενική ανθόσπαρτων ανθόσπαρτων ανθόσπαρτων
αιτιατική ανθόσπαρτους ανθόσπαρτες ανθόσπαρτα
κλητική ανθόσπαρτοι ανθόσπαρτες ανθόσπαρτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανθόσπαρτος < ανθό- + σπαρτός, (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική semé de fleurs

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ανθόσπαρτος, -η, -ο

  1. σπαρμένος με άνθη, με λουλούδια
    συνώνυμα: ανθοσπαρμένος
  2. γεμάτος άνθη ή λουλούδια
    συνώνυμα: ανθοσπαρμένος
  3. (μεταφορικά) ευτυχισμένος
    Βίον ανθόσπαρτον και καλούς απογόνους (ευχή σε νιόπαντρους)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]