αποσμητικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : αποσμηκτικός

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αποσμητικός αποσμητική αποσμητικό
γενική αποσμητικού αποσμητικής αποσμητικού
αιτιατική αποσμητικό αποσμητική αποσμητικό
κλητική αποσμητικέ αποσμητική αποσμητικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αποσμητικοί αποσμητικές αποσμητικά
γενική αποσμητικών αποσμητικών αποσμητικών
αιτιατική αποσμητικούς αποσμητικές αποσμητικά
κλητική αποσμητικοί αποσμητικές αποσμητικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποσμητικός < απο- + οσμή + -τικός (μεταφραστικό δάνειο από την γαλλική déodorant)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αποσμητικός, -ή, -ό

  1. που έχει σχέση με την κάλυψη ή την εξουδετέρωση των δυσάρεστων οσμών, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή
  2. (ουσιαστικοποιημένο) αποσμητικό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]