ασκάλωτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ασκάλωτος ασκάλωτη ασκάλωτο
γενική ασκάλωτου ασκάλωτης ασκάλωτου
αιτιατική ασκάλωτο ασκάλωτη ασκάλωτο
κλητική ασκάλωτε ασκάλωτη ασκάλωτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ασκάλωτοι ασκάλωτες ασκάλωτα
γενική ασκάλωτων ασκάλωτων ασκάλωτων
αιτιατική ασκάλωτους ασκάλωτες ασκάλωτα
κλητική ασκάλωτοι ασκάλωτες ασκάλωτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ασκάλωτος < α- + σκαλώνω + -τος < μεσαιωνική ελληνική *σκαλώνω < ελληνιστική κοινή σκάλα < λατινική scala < scando < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *skend- (πηδώ)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.'ska.lo.tos/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ασκάλωτος, -η, -ο

  1. που δεν έχει σκαλιά
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: σκαλωτός
  2. που δεν έχει σκαλώσει ή πιαστεί κάπου
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: σκαλωμένος
  3. (μεταφορικά) που δεν έχει εμποδιστεί
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ανεμπόδιστος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]