βάλανος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | βάλανος | οι | βάλανοι |
| γενική | της | βαλάνου | των | βαλάνων |
| αιτιατική | τη | βάλανο | τις | βαλάνους |
| κλητική | βάλανε | βάλανοι | ||
| Κατηγορία όπως «άμπελος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- βάλανος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βάλανος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]βάλανος θηλυκό
- (ανατομία) το άκρο του πέους, αυτό που συνήθως καλύπτεται από την ακροποσθία
- ※ Σύνδρομο Reiter. Το σύνδρομο χαρακτηρίζεται από φλεγμονή βλεννογόνων (επιπεφυκότος, ίριδος, στοματικής κοιλότητας και βαλάνου) και φλεγμονή δέρματος (βλεννοαιμοραγική κερατοδερμία) (Δελτίον: Acta microbiologica Hellenica, τόμος 37, Ελληνική Μικροβιολογική και Υγειονολογική Εταιρεία, 1992, σελ. 418)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] βάλανος
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ἡ | βάλανος | αἱ | βάλανοι |
| γενική | τῆς | βαλάνου | τῶν | βαλάνων |
| δοτική | τῇ | βαλάνῳ | ταῖς | βαλάνοις |
| αιτιατική | τὴν | βάλανον | τὰς | βαλάνους |
| κλητική ὦ! | βάλανε | βάλανοι | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | βαλάνω | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | βαλάνοιν | ||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'θρίαμβος' όπως «κάμινος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- βάλανος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʷlh₂eno-. Συγγενή: λατινική glans, παλαιά αρμενική կաղին, πρωτοσλαβική γλώσσα *želǫdь [1]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]βάλανος θηλυκό
Συγγενικά
[επεξεργασία]- ἀγριοβάλανος
- ἀντιβάλανος
- βαλανάγρα
- βαλανάριον
- βαλανειόμφαλος
- βαλανεῖον
- βαλανείτης
- βαλανεύς
- βαλανευτής
- βαλανευτικός
- βαλανεύω
- βαλανηρός
- βαλανηφαγέω
- βαλανηφαγία
- βαλανηφάγος
- βαλανηφόρος
- βαλανίδιον
- βαλανίζω
- βαλανικός
- βαλάνινος
- βαλάνιον
- βαλανίς
- βαλάνισις
- βαλανισμός
- βαλάνισσα
- βαλανιστέον
- βαλανιστής
- βαλανίτης
- βαλανῖτις
- βαλανοδόκη
- βαλανοειδής
- βαλανοκάστανον
- βαλανοφαγέω
- βαλανοφάγος
- βαλανόω
- βαλανώδης
- βαλάνωσις
- βαλανωτός
- διβάλανα
- διοσβάλανος
- δρυοβάλανος
- μονοβάλανος
- μυροβαλάνινος
- μυροβάλανος
- ξηροβαλανιστέον
- πεντεβάλανος
- πρινοβάλανος
- προβαλάνειον
- συμβαλανεύομαι
- φοινικοβάλανος
- χαμαιβάλανος
- χρυσοβάλανος
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
Πηγές
[επεξεργασία]- βάλανος - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- βάλανος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'άμπελος' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ανατομία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'θρίαμβος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θρίαμβος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θρίαμβος' θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις προπαροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Δέντρα (αρχαία ελληνικά)
- Φυτά (αρχαία ελληνικά)
- Ανατομία (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)