βάλανος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βάλανος οι βάλανοι
      γενική της βαλάνου των βαλάνων
    αιτιατική τη βάλανο τις βαλάνους
     κλητική βάλανε βάλανοι
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βάλανος < (λόγιο) αρχαία ελληνική βάλανος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βάλανος θηλυκό

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική βάλανος βαλάνω βάλανοι
Γενική βαλάνου βαλάνοιν βαλάνων
Δοτική βαλάν βαλάνοιν βαλάνοις
Αιτιατική βάλανον βαλάνω βαλάνους
Κλητική βάλανε βαλάνω βάλανοι

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βάλανος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʷlh₂eno-. Συγγενές με τα λατινικά glans, παλαιά αρμενικά կաղին, πρωτοσλαβική γλώσσα *želǫdь

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βάλανος θηλυκό

  1. βελανίδι
  2. (βοτανική) βελανιδιά
  3. κάτι που μοιάζει με βελανίδι, όπως:

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]