βαρύνων

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική βαρύνων βαρύνουσα βαρύνον
γενική βαρύνοντος βαρύνουσας
(βαρυνούσης)
βαρύνοντος
αιτιατική βαρύνοντα βαρύνουσα βαρύνον
κλητική βαρύνων βαρύνουσα βαρύνον
πτώση πληθυντικός
ονομαστική βαρύνοντες βαρύνουσες βαρύνοντα
γενική βαρυνόντων βαρυνουσών βαρυνόντων
αιτιατική βαρύνοντες βαρύνουσες βαρύνοντα
κλητική βαρύνοντες βαρύνουσες βαρύνοντα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βαρύνων < (λόγιο) < αρχαία ελληνική βαρύνων, μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος βαρύνω < βαρύς, (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική pésant[1]

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

βαρύνων, -ουσα, -ον

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]