γκαρδιακός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική γκαρδιακός γκαρδιακή γκαρδιακό
γενική γκαρδιακού γκαρδιακής γκαρδιακού
αιτιατική γκαρδιακό γκαρδιακή γκαρδιακό
κλητική γκαρδιακέ γκαρδιακή γκαρδιακό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική γκαρδιακοί γκαρδιακές γκαρδιακά
γενική γκαρδιακών γκαρδιακών γκαρδιακών
αιτιατική γκαρδιακούς γκαρδιακές γκαρδιακά
κλητική γκαρδιακοί γκαρδιακές γκαρδιακά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γκαρδιακός < μεσαιωνική ελληνική γκαρδιακός / εγκαρδιακός < αρχαία ελληνική ἐγκάρδιος < καρδία

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /gaɾ.ðʝa.ˈkɔs/ και /gaɾ.ðia.ˈkɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γκαρδιακός

  1. επιστήθιος, πολύ αγαπημένος
  2. εγκάρδιος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]