Μετάβαση στο περιεχόμενο

δυσίμερος

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
 γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / δυσίμερος τὸ δυσίμερον
      γενική τοῦ/τῆς δυσιμέρου τοῦ δυσιμέρου
      δοτική τῷ/τῇ δυσιμέρ τῷ δυσιμέρ
    αιτιατική τὸν/τὴν δυσίμερον τὸ δυσίμερον
     κλητική ! δυσίμερε δυσίμερον
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ δυσίμεροι τὰ δυσίμερ
      γενική τῶν δυσιμέρων τῶν δυσιμέρων
      δοτική τοῖς/ταῖς δυσιμέροις τοῖς δυσιμέροις
    αιτιατική τοὺς/τὰς δυσιμέρους τὰ δυσίμερ
     κλητική ! δυσίμεροι δυσίμερ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ δυσιμέρω τὼ δυσιμέρω
      γεν-δοτ τοῖν δυσιμέροιν τοῖν δυσιμέροιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δύσκολος' όπως «δύσκολος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δυσίμερος < δυσ- + ἵμερος

Επίθετο

[επεξεργασία]

δυσίμερος, -ος, -ον (ελληνιστική κοινή)

  1. ανεπιθύμητος, δυσάρεστος, απεχθής
      3ος πκε αιώνας Απολλώνιος ο Ρόδιος, Ἀργοναυτικά, 4.4, @scaife.perseus
    ἢ ἔμεν ἄτης πῆμα δυσίμερον, ἦ τόγʼ ἐνίσπω
      3ος πκε αιώνας Απολλώνιος ο Ρόδιος, Ἀργοναυτικά, 3.961, @scaife.perseus
    Αἰσονίδης, κάματον δὲ δυσίμερον ὦρσε φαανθείς.
      4ος/5ος κε αιώνας Νόννος ὁ Πανοπολίτης, Διονυσιακά, 16, 212 @scaife.perseus, @el.wikisource
    μηδὲ λίπῃς σέο Πᾶνα δυσίμερον ἐγγύθι κούρης,
      4ος/5ος κε αιώνας Νόννος ὁ Πανοπολίτης, Διονυσιακά, 7, 285 @scaife.perseus, @el.wikisource
    καὶ φιλίοις στομάτεσσι δυσίμερον ἴαχε φωνήν·
  2. βασανισμένος από ερωτικό πόθο
      4ος/5ος κε αιώνας Νόννος ὁ Πανοπολίτης, Διονυσιακά, 47, 296 @scaife.perseus, @el.wikisource
    ὕπνον ἀποσκεδάσασα δυσίμερος ἔγρετο κούρη,
      4ος/5ος κε αιώνας Νόννος ὁ Πανοπολίτης, Διονυσιακά, 42, 202 @scaife.perseus, @el.wikisource
    οἰκτείρων δυσέρωτα δυσίμερος· εἶπε δὲ βουλὴν

Συγγενικά

[επεξεργασία]