ενσύρματος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ενσύρματος ενσύρματη ενσύρματο
γενική ενσύρματου ενσύρματης ενσύρματου
αιτιατική ενσύρματο ενσύρματη ενσύρματο
κλητική ενσύρματε ενσύρματη ενσύρματο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ενσύρματοι ενσύρματες ενσύρματα
γενική ενσύρματων ενσύρματων ενσύρματων
αιτιατική ενσύρματους ενσύρματες ενσύρματα
κλητική ενσύρματοι ενσύρματες ενσύρματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ενσύρματος < εν- + σύρματ- (σύρμα) + -ος < αρχαία ελληνική σύρμα < σύρω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *tuer (αναδεύω, ανακατεύω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /εn.ˈsiɾ.ma.tɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενσύρματος, -η, -ο

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]