ασύρματος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ασύρματος ασύρματη ασύρματο
γενική ασύρματου ασύρματης ασύρματου
αιτιατική ασύρματο ασύρματη ασύρματο
κλητική ασύρματε ασύρματη ασύρματο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ασύρματοι ασύρματες ασύρματα
γενική ασύρματων ασύρματων ασύρματων
αιτιατική ασύρματους ασύρματες ασύρματα
κλητική ασύρματοι ασύρματες ασύρματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ασύρματος < α- + συρματ- (σύρμα) + -ος < αρχαία ελληνική σύρμα < σύρω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *tuer (αναδεύω, ανακατεύω) ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική wireless)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ˈsiɾ.ma.tɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ασύρματος

  1. που δεν συνδέεται με ένα καλώδιο / σύρμα με άλλη συσκευή ή δίκτυο
    • ασύρματο τηλέφωνο
    • ασύρματο πληκτρολόγιο
  2. που δεν απαιτεί τη χρήση καλωδίων
    ασύρματο δίκτυο

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ασύρματος ασύρματοι
γενική ασυρμάτου
& ασύρματου
ασυρμάτων
& ασύρματων
αιτιατική ασύρματο ασυρμάτους
& ασύρματους
κλητική ασύρματε ασύρματοι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ασύρματος αρσενικό

  • συσκευή ηχητικής επικοινωνίας μεταξύ δύο σταθμών που δεν συνδέονται μεταξύ τους με καλώδιο
    μάταια ο λοχαγός προσπαθούσε να πιάσει με τον ασύρματο το στρατηγείο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]