επισεσυρμένη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἐπισεσυρμένη

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η επισεσυρμένη οι επισεσυρμένες
      γενική της επισεσυρμένης των επισεσυρμένων
    αιτιατική την επισεσυρμένη τις επισεσυρμένες
     κλητική επισεσυρμένη επισεσυρμένες
Παράρτημα:Ουσιαστικά
Δείγμα επισεσυρμένης γραφής.

Ετυμολογία [επεξεργασία]

επισεσυρμένη < (λόγιο) αρχαία ελληνική grc (εννοείται: γραφή), θηλυκό του ἐπισεσυρμένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ἐπισύρω (παραμελημένος, απρόσεκτος, γραμμένος αμελώς)[1] < ἐπί + σύρω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

επισεσυρμένη θηλυκό

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. «ἐπισύρω» - Δημητράκος, Δημήτριος Β. (1964). Μέγα λεξικόν ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης. Αθήνα: Ελληνική Παιδεία.