ερειπωμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ερειπωμένος ερειπωμένη ερειπωμένο
γενική ερειπωμένου ερειπωμένης ερειπωμένου
αιτιατική ερειπωμένο ερειπωμένη ερειπωμένο
κλητική ερειπωμένε ερειπωμένη ερειπωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ερειπωμένοι ερειπωμένες ερειπωμένα
γενική ερειπωμένων ερειπωμένων ερειπωμένων
αιτιατική ερειπωμένους ερειπωμένες ερειπωμένα
κλητική ερειπωμένοι ερειπωμένες ερειπωμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ερειπωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ερειπώνω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

ερειπωμένος, -η, -ο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]