Μετάβαση στο περιεχόμενο

εὐδαίμων

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ευδαίμων, δυσδαίμων

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
εὐδαιμον-
ονομαστική / εὐδαίμων τὸ εὔδαιμον
      γενική τοῦ/τῆς εὐδαίμονος τοῦ εὐδαίμονος
      δοτική τῷ/τῇ εὐδαίμον τῷ εὐδαίμον
    αιτιατική τὸν/τὴν εὐδαίμον τὸ εὔδαιμον
     κλητική ! εὔδαιμον εὔδαιμον
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ εὐδαίμονες τὰ εὐδαίμον
      γενική τῶν εὐδαιμόνων τῶν εὐδαιμόνων
      δοτική τοῖς/ταῖς εὐδαίμοσῐ(ν) τοῖς εὐδαίμοσῐ(ν)
    αιτιατική τοὺς/τὰς εὐδαίμονᾰς τὰ εὐδαίμον
     κλητική ! εὐδαίμονες εὐδαίμον
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ εὐδαίμονε τὼ εὐδαίμονε
      γεν-δοτ τοῖν εὐδαιμόνοιν τοῖν εὐδαιμόνοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'εὐδαίμων' όπως «εὐδαίμων» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εὐδαίμων < εὐ- (εὖ) + δαίμων.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /eu̯.dǎi̯.mɔːn/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
ΔΦΑ : /eβˈδɛ.mon/ (4ος μ.Χ. αιώνας Κοινή)
τυπογραφικός συλλαβισμός: εὐδαίμων

Επίθετο

[επεξεργασία]

εὐδαίμων, -ων, εὔδαιμον

  1. ευλογημένος απ’ τον θεό
  2. ευτυχής, μακάριος, μακαρισμένος
      5ος πκε αιώνας Σοφοκλῆς, Οἰδίπους ἐπὶ Κολωνῷ, στίχ. 282 (281-282)
    ξὺν οἷς σὺ μὴ κάλυπτε τὰς εὐδαίμονας | ἔργοις Ἀθήνας ἀνοσίοις ὑπηρετῶν.
    Προσέχοντας κι εσύ το βλέμμα τους, | μην αμαυρώσεις τη μακαρισμένη Αθήνα, | μ᾽ ανόσια έργα μην την κηλιδώσεις.
    Μετάφραση (2004): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, Αθήνα: ΜΙΕΤ @greeklanguage.gr
  3. που ευημερεί, πλούσιος
  4. (ουσιαστικοποιημένο) «τὸ εὔδαιμον» η ευδαιμονία

Απόγονοι

[επεξεργασία]

εὐδαίμων (αρχαία ελληνικά)

καθαρεύουσα: εὐδαίμων
νέα ελληνικά: ευδαίμων