ζούγκλα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ζούγκλα ζούγκλες
γενική ζούγκλας ζουγκλών
αιτιατική ζούγκλα ζούγκλες
κλητική ζούγκλα ζούγκλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζούγκλα < γαλλική jungle < αγγλική jungle < χίντι जंगल (jangal) < σανσκριτική जङ्गल (jaṅgala "άγονος, έρημος")

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈzuŋ.ɡla/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ζούγκλα θηλυκό

  1. (γεωγραφία) πυκνό τροπικό δάσος
  2. (μεταφορικά) τόπος ή κατάσταση χωρίς νόμους και κανόνες, όπου επιβιώνει ο ισχυρότερος
    παρομοιάζουν τις χρηματαγορές σαν μια ζούγκλα, όπου άμα δεν τους φας θα σε φάνε

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • ο βασιλιάς της ζούγκλας: το λιοντάρι
  • ο νόμος της ζούγκλας: το δίκαιο του ισχυρότερου

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]