κάστορας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Κάστορας

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάστορας < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κάστορας αρσενικό

  1. (ζωολογία) τρωκτικό που ζει κυρίως στο νερό και ανήκει στην οικογένεια Καστορίδες

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]