κεραμικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Κεραμικός

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο κεραμικός η κεραμική το κεραμικό
      γενική του κεραμικού της κεραμικής του κεραμικού
    αιτιατική τον κεραμικό την κεραμική το κεραμικό
     κλητική κεραμικέ κεραμική κεραμικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι κεραμικοί οι κεραμικές τα κεραμικά
      γενική των κεραμικών των κεραμικών των κεραμικών
    αιτιατική τους κεραμικούς τις κεραμικές τα κεραμικά
     κλητική κεραμικοί κεραμικές κεραμικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κεραμικός < αρχαία ελληνική κεραμικός < κέραμος

Επίθετο[επεξεργασία]

κεραμικός

  1. που αναφέρεται στην τέχνη της κεραμικής
  2. φτιαγμένος από ψημένο πηλό πήλινος
  3. το θηλυκό ως ουσ: Η κεραμικήδείτε τη λέξη .
  4. το ουδέτερο ως ουσ: Το κεραμικόδείτε τη λέξη .

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]