κομισάριος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κομισάριος κομισάριοι
γενική κομισαρίου κομισαρίων
αιτιατική κομισάριο κομισαρίους
κλητική κομισάριε κομισάριοι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κομισάριος < ρωσική комиссар < γερμανική Kommissar < υστερολατινική commissarius < λατινική commissus, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος committo < con- + mitto < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *meyth₂- / *mith₂- (αλλάζω, αφαιρώ)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κομισάριος αρσενικό

  1. (πολιτική) (παρωχημένο) επίτροπος (στο ρωσικό κομμουνιστικό καθεστώς)
  2. (πολιτική) (προφορικό) ο επίτροπος της Ευρωπαϊκής Ένωσης

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]