λαθρομετανάστης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λαθρομετανάστης λαθρομετανάστες
γενική λαθρομετανάστη λαθρομεταναστών
αιτιατική λαθρομετανάστη λαθρομετανάστες
κλητική λαθρομετανάστη λαθρομετανάστες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λαθρομετανάστης < λαθρο- + μετανάστης

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λαθρομετανάστης αρσενικό (θηλυκό: λαθρομετανάστρια)

  • ο αλλοεθνής που έχει εμφιλοχωρήσει παρανόμως (χωρίς να διαθέτει τα απαραίτητα έγγραφα και δίχως να υπόκειται στους απαραίτητους ελέγχους) σε ξένη χώρα

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]