λαθρομετανάστης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λαθρομετανάστηη λαθρομεταναστήεις
γενική λαθρομετανάστηης
& λαθρομεταναστήεως
λαθρομεταναστήεων
αιτιατική λαθρομετανάστηη λαθρομεταναστήεις
κλητική λαθρομετανάστηη λαθρομεταναστήεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λαθρομετανάστης < αρχαία ελληνική λαθρομετανάστης: : λαθρομετανάστης “λαθραίος <αρχ. λαθραίος (με παραγ. τέρμα -αίος)[ήδη στον Αισχύλο, 6ος/5ος αι. π.Χ.Αγαμ. 1230: άτης λαθραίου τεύξεται κακή τύχη] <επιρρ. λάθρα/λάθρη “κρυφά”, το οποίο ανάγεται σε αμάρτυρο επίθ.*λάθ-ρος(μεπαραγ. τέρμα -ρος) <θ. λαθ- του αρχα. λανθάνω “υπάρχω χωρίς να γίνομαι αντιληπτός, διαφεύγω την προσοχή” (βλ.λ.), πβ. κ λάθ-ος, λήθ-η, λήσ-μων, α-ληθ-ής κ.α. Από το θ. λαθρ- του επιθ. λαθραίος σχηματίστηκαν τα συνθ. από λαθρ(ο)-,

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

λαθρομετανάστης

  1. Ο αλλοεθνής που έχει εμφιλοχωρήσει παρανόμως(χωρίς να διαθέτει τα απαραίτητα έγγραφα και δίχως να υπόκειται στους απαραίτητους ελέγχους) σε ξένη χώρα