λαθρομετανάστης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λαθρομετανάστης λαθρομετανάστες
γενική λαθρομετανάστη λαθρομεταναστών
αιτιατική λαθρομετανάστη λαθρομετανάστες
κλητική λαθρομετανάστη λαθρομετανάστες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λαθρομετανάστης < λαθρο- + μετανάστης

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /la.θɾɔ.mε.ta.ˈna.stis/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λαθρομετανάστης αρσενικό (θηλυκό: λαθρομετανάστρια)

  • άτομο που έχει μετακινηθεί σε χώρα στην οποία δεν είναι νόμιμος υπήκοος, χωρίς να έχει τηρήσει τις διαδικασίες που ορίζουν οι νόμοι της χώρας υποδοχής. Ο παράτυπος και παράνομος μετανάστης
    Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι θεσμοθετείται αδίκημα υπαλλακτικώς μικτό, τελούμενο με οποιονδήποτε από τους προβλεπόμενους τρόπους, από τα πρόσωπα τα οποία αποδέχονται να μεταφέρουν στην Ελλάδα αλλοδαπούς που δεν έχουν δικαίωμα να εισέλθουν στο έδαφός της, ή τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας, ή διευκολύνουν την μεταφορά ή την προώθησή τους, γνωρίζοντας τη αυθαίρετη είσοδο τούτων ως λαθρομεταναστών. (Απόφαση 1485 / 2010 του Αρείου Πάγου)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • Το 2018, το ελληνικό κράτος ζητούσε από τις υπηρεσίες του να μη χρησιμοποιείται ο όρος λαθρομετανάστης, αλλά οι όροι «παράτυπα εισερχόμενος στη χώρα», «πρόσφυγας», «μετανάστης», «οικονομικός μετανάστης», «αιτών άσυλο», με δικαιολογία την αποτροπή χρήσης μειωτικών για την προσωπικότητα όρων και την αποφυγή φαινομένων ξενοφοβίας και ρατσισμού:
    Έγγραφο του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κοινοποίησε η εισαγγελία Πρωτοδικών Ηρακλείου στις διευθύνσεις Εκπαίδευσης, για την απάλειψη του μειωτικού όρου «λαθρομετανάστης» από τα υπηρεσιακά έγγραφα. (*)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]