μύρρινος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική μύρρινος μυρρίνη μύρρινον μύρρινοι μύρριναι μύρρινα
Γενική μυρρίνου μυρρίνης μυρρίνου μυρρίνων μυρρίνων μυρρίνων
Δοτική μυρρίνῳ μυρρίνῃ μυρρίνῳ μυρρίνοις μυρρίναις μυρρίνοις
Αιτιατική μύρρινον μυρρίνην μύρρινον μυρρίνους μυρρίνας μύρρινα
Κλητική μύρρινε μυρρίνη μύρρινον μύρρινοι μύρριναι μύρρινα
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική μυρρίνω μυρρίνα
Γενική-Δοτική μυρρίνοιν μυρρίναιν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μύρρινος < μυρρίνη

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μύρρινος, -η, -ον (αττικός τύπος του μύρσινος)

  1. από μυρτιά, μύρτινος
  2. (ουσιαστικοποιημένο) αρσενικό μύρρινος: η μυρσίνη
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: μύρτος
  3. (ουσιαστικοποιημένο) ουδέτερο μύρρινον: το κατώτερο τμήμα του ανδρικού μορίου

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]