ντόμινο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ντόμινο τα ντόμινα
      γενική του ντόμινου των ντόμινων
    αιτιατική το ντόμινο τα ντόμινα
     κλητική ντόμινο ντόμινα
Παράρτημα:Ουσιαστικά
3. Δύο πλακίδια ντόμινου

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ντόμινο < ιταλική domino < λατινική dominus < domus

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ντόμινο ουδέτερο

  1. είδος αποκριάτικου κουστουμιού, συνήθως μαύρου
  2. (συνεκδοχικά) ο μεταμφιεσμένος με τέτοιο κουστούμι
  3. (κατ' επέκταση) είδος επιτραπέζιου παιχνιδιού με ειδικά πλακίδια, που φέρουν 0-6 κουκίδες σε κάθε ήμισύ τους
  4. (κατ' επέκταση) παιχνίδι κατά το οποίο οι παίκτες στήνουν τα παραπάνω πλακίδια (ή άλλα παρόμοια) όρθια το ένα δίπλα στο άλλο, ρίχνουν το πρώτο και στη συνέχεια αρχίζουν να πέφτουν όλα στη σειρά, συμπαρασύροντας το ένα το άλλο
  5. (κατ' επέκταση) κατάσταση στην οποία ένα αποτέλεσμα προκύπτει από μια σειρά άλλων αλυσιδωτών αποτελεσμάτων (δες φαινόμενο του ντόμινο)
    Το δεύτερο σημαντικό στοιχείο είναι το γεγονός αυτού του ντόμινο απαξίωσης και ηθικής έλλειψης (Γεραπετρίτης για τις αποκαλύψεις των τελευταίων ημερών: Ντόμινο απαξίωσης και ηθικής έλλειψης, capital.gr, 25 Ιουνίου 2020)

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]