νωθρός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική νωθρός νωθρή νωθρό
γενική νωθρού νωθρής νωθρού
αιτιατική νωθρό νωθρή νωθρό
κλητική νωθρέ νωθρή νωθρό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική νωθροί νωθρές νωθρά
γενική νωθρών νωθρών νωθρών
αιτιατική νωθρούς νωθρές νωθρά
κλητική νωθροί νωθρές νωθρά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νωθρός < αρχαία ελληνική νωθής

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /nɔ.ˈθɾɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /nɔ.ˈθɾi/ θηλυκό
ΔΦΑ : /nɔ.ˈθɾɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

νωθρός, -ή, -ό

  1. που κινείται αργά και τεμπέλικα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: οκνός, χαλαρός
  2. (για σκέψη) που αποφεύγει περίπλοκους συλλογισμούς

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

  1. άπρακτος
  2. αραχτός
  3. μούχλας
  4. μαλθακός
  5. αργοκίνητος
  6. ομφαλοσκοπικός
  7. εφησυχασμένος
  8. άνθρωπος του σαλονιού / του καναπέ

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]